Νευρογενής Βουλιμία: Τι είναι, πώς δημιουργείται και πώς αντιμετωπίζεται

Η νευρογενής βουλιμία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων αυτών, το άτομο καταναλώνει πολύ μεγάλες ποσότητες φαγητού, συγκριτικά με αυτές που θα μπορούσαν να καταναλώσουν οι περισσότεροι άνθρωποι, μέσα σε σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. σε 2 ώρες). Βασικό στοιχείο των υπερφαγικών επεισοδίων είναι το αίσθημα απώλειας ελέγχου που βιώνει το άτομο όταν τρώει. Πιο συγκεκριμένα, το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να σταματήσει την κατανάλωση του φαγητού ή να ασκήσει έλεγχο πάνω στο τι και πόσο τρώει.

Τα επεισόδια υπερφαγίας ακολουθούνται από «επανορθωτικές» συμπεριφορές, όπως είναι οι εκούσιοι εμετοί, η χρήση καθαρτικών, διουρητικών ή άλλων φαρμάκων, και η υπερβολικά αυστηρή δίαιτα ή σωματική άσκηση.

Ο ρόλος της αξιολόγησης του εαυτού στη νευρογενή βουλιμία

Κεντρικό ρόλο στη νευρογενή βουλιμία, παίζει ο δυσλειτουργικός τρόπος με τον οποίο το άτομο αξιολογεί τον εαυτό του:

Ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι αξιολογούν τον εαυτό τους με βάση την απόδοσή τους σε ποικίλους τομείς της ζωής τους, τα άτομα με νευρογενή βουλιμία τείνουν να κρίνουν/αξιολογούν τον εαυτό τους, σε μεγάλο ποσοστό ή ακόμα και αποκλειστικά, με βάση το σχήμα και το βάρος του σώματος τους και την ικανότητά τους να ελέγξουν τους δύο αυτούς παράγοντες.

Ως αποτέλεσμα, η ζωή των ατόμων που πάσχουν από τη διαταραχή, επικεντρώνεται στο σωματικό βάρος/σχήμα, τις αυστηρές δίαιτες, το πώς θα είναι λεπτοί και την απώλεια βάρους. Από την άλλη, αποφεύγουν επίμονα το να τρώνε ελεύθερα και καταπιέζουν τον εαυτό τους διατροφικά, εξαιτίας του υπερβολικού τους φόβου μήπως αυξηθεί το βάρος τους.

Πώς δημιουργείται και συντηρείται η διαταραχή

Τα άτομα με νευρογενή βουλιμία, αντί να υιοθετήσουν σταθερές και υγιείς διατροφικές συνήθειες, εμμένουν σε υπερβολικούς, πολύ συγκεκριμένους και απαιτητικούς διαιτητικούς κανόνες. Η τάση που έχουν να προσπαθούν να μην αποκλίνουν από τα τόσο αυστηρά διατροφικά όρια που θέτουν στον εαυτό τους (κάτι σχεδόν ανέφικτο) έχει ως αποτέλεσμα να εκλαμβάνουν το παραμικρό παραστράτημα από αυτά, ως ένδειξη ότι έχουν χάσει τον έλεγχο πάνω στο φαγητό. Αυτό τους οδηγεί στο να παραιτηθούν προσωρινά από τις εξαντλητικές προσπάθειες να περιορίσουν το φαγητό τους. Έτσι λοιπόν, παραδίνονται στην επίμονη πείνα τους, που δημιουργείται από την αυστηρή στέρηση του φαγητού, καταναλώνοντας υπερβολικές ποσότητες απαγορευμένων κυρίως τροφών με γρήγορο και ακόρεστο τρόπο (υπερφαγικό επεισόδιο). Το υπερφαγικό επεισόδιο, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ακολουθείται από νέες προσπάθειες διατροφικού περιορισμού και εξαντλητικής δίαιτας.

Με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω δημιουργείται και συντηρείται ο φαύλος κύκλος της νευρογενούς βουλιμίας, όπου εναλλάσσονται οι υπερβολικά στερητικοί περιορισμοί στο φαγητό με υπερφαγικά επεισόδια και εκούσιους εμετούς ή άλλες συμπεριφορές που έχουν ως στόχο να αντισταθμίσουν το χάσιμο του ελέγχου στην κατανάλωση της τροφής.

Ο εκούσιος εμετός θα μπορούσε να θεωρηθεί, επίσης, ως ένα ακόμα «μέσο δίαιτας», που χρησιμοποιεί το άτομο για να αποτρέψει την αύξηση βάρους μετά το υπερφαγικό επεισόδιο.

Τα υπερφαγικά επεισόδια και οι εμετοί μπορεί να αποφέρουν προσωρινά ανακούφιση, ωστόσο, στη συνέχεια οδηγούν σε συναισθήματα ενοχής και μελαγχολίας, καθώς το άτομο κατηγορεί τον εαυτό του γι’ αυτές τις συμπεριφορές. Τα αρνητικά αυτά συναισθήματα συντελούν στην περαιτέρω μείωση της αυτοεκτίμησης του πάσχοντος, επιδεινώνοντας τις ήδη υπάρχουσες ανησυχίες του για το σωματικό βάρος/σχήμα και προκαλώντας τον φαύλο κύκλο δίαιτας-υπερφαγικών επεισοδίων-εμετού να πυροδοτηθεί ξανά από την αρχή.

Πώς αντιμετωπίζεται η ψυχογενής βουλιμία

Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η γνωσιακή συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία (ΓΣΘ) έχει πολύ ευεργετικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας. Η συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση επιφέρει, συνήθως, αξιοσημείωτη μείωση στη συχνότητα των υπερφαγικών επεισοδίων, των συμπεριφορών εκκαθάρισης (πχ. εμετοί), των εξαντλητικών διαιτητικών περιορισμών και της έντασης των σχετικών με το βάρος και την εικόνα του σώματος ανησυχιών του πάσχοντος. Οι παραπάνω αλλαγές, όταν επιτευχθούν, συμβάλλουν στην ελαχιστοποίηση των γενικών συμπτωμάτων της διαταραχής και στην κατ’ επέκταση αύξηση της αυτοεκτίμησης και της κοινωνικής λειτουργικότητας του ατόμου.

Πηγές:

1. Agras, W. S. & Apple, R. (2007). Overcoming Your Eating Disorder: A Cognitive-Behavioral Therapy Approach for Bulimia Nervosa and Binge-Eating Disorder, Guided Self Help Workbook. New York: Oxford University Press.
2. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
3. Fairburn, C. G. (2009). Eating Disorders. In D. M. Clark & C. G. Fairburn (Eds.), Science and Practice of Cognitive Behaviour Therapy, 2nd Edition (pp. 313-339). New York: Oxford University Press.
4. Grilo, C. M. & Mitchell, J. E. (2012). The Treatment of Eating Disorders: A Clinical Handbook. New York: Guilford Press.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
Σύνδεσμος άρθρου: https://www.e-psychology.gr/eating-disorders/2709-nevrogenis-voulimia-antimetopisi.html

Η Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή

H Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή (κοινωνική φοβία) χαρακτηρίζεται από αξιοσημείωτο και έντονο άγχος ή φόβο (κοινωνικό άγχος) για κοινωνικές καταστάσεις στις οποίες το άτομο μπορεί να έρθει αντιμέτωπο με την κριτική των άλλων.

Παραδείγματα κοινωνικών αλληλεπιδράσεων που μπορεί να πυροδοτήσουν το κοινωνικό άγχος του ατόμου, μπορεί να είναι: μία ομιλία μπροστά σε κοινό ή γενικότερα καταστάσεις που καλείται να εκτελέσει δημόσια μια ενέργεια, οι κοινωνικές εκδηλώσεις και συζητήσεις, οι συναντήσεις με άγνωστα πρόσωπα, το να τρώει ή να πίνει μπροστά σε άλλους, να χρησιμοποιεί κοινόχρηστες τουαλέτες, να χρειάζεται να διαφωνήσει με άλλους ή να απευθυνθεί σε κάποια φιγούρα εξουσίας.

Σε καταστάσεις όπως οι παραπάνω, το άτομο που πάσχει από κοινωνική αγχώδη διαταραχή αναμένει ότι οι θα αξιολογηθεί αρνητικά από τους άλλους, φοβούμενο ότι θα αποτύχει να αποδώσει επαρκώς ή απλά ότι το άγχος του θα είναι εμφανές στους γύρω, με αποτέλεσμα να απορριφθεί, να ταπεινωθεί ή να προσβάλλει τους άλλους.

Συμπτώματα:

  • Το άτομο αγχώνεται ή φοβάται σχεδόν πάντα στις διάφορες κοινωνικές καταστάσεις.
  • Αποφεύγει συνεχώς τις κοινωνικές περιστάσεις που φοβάται ή τις υπομένει με έντονο φόβο.
  • Ο φόβος και το άγχος που βιώνει είναι δυσανάλογο με την πραγματική «απειλή»που μπορεί να προκύψει από την κοινωνική κατάσταση.
  • Ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή είναι είναι επίμονη και διαρκεί 6 μήνες ή περισσότερο.
  • Λόγω του κοινωνικού άγχους προκαλείται έντονη ενόχληση ή δυσλειτουργία στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή άλλο σημαντικό τομέα της ζωής του ατόμου.

Χαρακτηριστικές πεποιθήσεις των ατόμων με κοινωνική αγχώδη διαταραχή είναι οι εξής:

«Οι άλλοι παρατηρούν λεπτομερώς τις κινήσεις και τη συμπεριφορά μου.»

«Οι άλλοι έχουν πολύ υψηλά στάνταρ για να με εγκρίνουν ή να με αποδεχθούν.»

«Δεν είμαι ικανός/ή για να ανταποκριθώ επαρκώς.»

«Δεν θα μπορέσω να ελέγξω το άγχος μου, με συνέπεια αυτό να γίνει αντιληπτό από τους άλλους, προκαλώντας ακόμα περισσότερα αρνητικά σχόλια.»

«Το κόστος της αρνητικής αξιολόγησης από τους γύρω μου θα είναι μεγάλο και δυσβάσταχτο.»

Τι προκαλεί την εκδήλωση της Κοινωνικής Αγχώδους Διαταραχής;

Η δημιουργία και η διατήρηση της διαταραχής μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες:

Κληρονομικότητα: Τα άτομα με υψηλό κοινωνικό άγχος συχνά έχουν γονείς ή άλλους κοντινούς συγγενείς οι οποίοι είναι, επίσης, αγχώδεις ή ντροπαλοί.

Σχετικές εμπειρίες του παρελθόντος: Πολλοί άνθρωποι με κοινωνική φοβία θυμούνται καταστάσεις στις οποίες έχουν ντροπιαστεί ή ρεζιλευτεί στο παρελθόν. Αυτό τους οδηγεί στο να φοβούνται μην τους συμβεί κάτι παρόμοιο ξανά. Σχετικές εμπειρίες αρνητικής αξιολόγησης ή έντονης αρνητικής κριτικής εντός της οικογένειας ή bullying κατά την παιδική ηλικία, μπορεί, επίσης, να να συντελέσουν στην ανάπτυξη του κοινωνικού άγχους.

Αρνητικός τρόπος σκέψης: Τα άτομα που πάσχουν από τη διαταραχή, συχνά, κάνουν αρνητικές σκέψεις/προβλέψεις σχετικά με την εξέλιξη των κοινωνικών καταστάσεων. Τέτοιου είδους σκέψεις, μπορεί να είναι «Δεν θα μπορέσω να σκεφτώ τίποτα να πω», «Θα γίνω ρεζίλι», «Οι άλλοι θα καταλάβουν ότι είμαι αγχωμένος». Μπορεί επίσης να έχουν μη ρεαλιστικά στάνταρ, όπως «Δεν πρέπει ποτέ να έχω άγχος», «Πρέπει κάποιος να είναι έξυπνος και όμορφος για να είναι αποδεχτός» ή «Πρέπει να είμαι αρεστός σε όλους». Τέλος, οι άνθρωποι με έντονο κοινωνικό άγχος έχουν χαρακτηριστικές δυσλειτουργικές πεποιθήσεις για τον εαυτό τους, όπως «Είμαι βαρετός», «Είμαι περίεργος» ή «Είμαι διαφορετικός από τους άλλους».

Αποφυγή: Το να αποφεύγουν καταστάσεις που πυροδοτούν το άγχος τους, βοηθάει βραχυπρόθεσμα τα άτομα με κοινωνική φοβία να αισθάνονται λιγότερο αγχωμένα, ωστόσο, μακροπρόθεσμα η αποφυγή ενισχύει και συντηρεί το κοινωνικό άγχος. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν τους επιτρέπει να εκτεθούν και να μάθουν ότι οι κοινωνικοί τους φόβοι είναι υπερβολικοί, γεγονός που διευρύνει και διαιωνίζει το άγχος τους.

Έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων: Σε μερικούς ανθρώπους με κοινωνική αγχώδη διαταραχή δεν δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες. Αυτό μπορεί να τους δημιουργεί πρόβλημα στις κοινωνικές τους συναναστροφές. Άλλα άτομα με την εν λόγω διαταραχή έχουν καλές κοινωνικές δεξιότητες, αλλά αγχώνονται σε τέτοιο βαθμό, που τους είναι εξαιρετικά δύσκολο να τις χρησιμοποιήσουν.

Πώς αντιμετωπίζεται η Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή;

Η κοινωνική αγχώδης διαταραχή μπορεί να αντιμετωπιστεί με ψυχοθεραπευτική παρέμβαση. Ένα αποδεδειγμένα αποτελεσματικό μοντέλο για την αντιμετώπιση της διαταραχής είναι η Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία. Η εν λόγω θεραπεία μπορεί να βοηθήσει τον πάσχοντα να τροποποιήσει τις πεποιθήσεις του, οι οποίες αποτελούν πηγές του άγχους και των φόβων του. Ο θεραπευτής βοηθάει το άτομο με κοινωνικό άγχος να αναγνωρίσει τις αρνητικές του σκέψεις, με συνέπεια να μάθει να σκέφτεται πιο ρεαλιστικά και λειτουργικά για τις κοινωνικές καταστάσεις, αλλά και για τον εαυτό του. Επίσης, ο θεραπευτής βοηθάει το θεραπευόμενο να εκτεθεί και να έρθει αντιμέτωπος με καταστάσεις που απέφευγε στο παρελθόν λόγω των κοινωνικών του φόβων. Αυτό θα του δώσει την ευκαιρία να να ανακαλύψει ότι οι φόβοι του συνήθως δεν βγαίνουν αληθινοί και ότι οι συνέπειες τυχόν αρνητικών συμβάντων δεν είναι τόσο άσχημες και καταστροφικές όσο αρχικά πίστευε. Ως αποτέλεσμα, ο θεραπευόμενος αρχίζει να αισθάνεται λιγότερο άγχος και να αποκτά περισσότερη αυτοπεποίθηση. Επιπρόσθετα, ο θεραπευτής μαθαίνει στο άτομο τεχνικές χαλάρωσης, μέσω των οποίων εκείνο απαλλάσσεται σταδιακά από την ένταση. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της θεραπείας, συνήθως, διατηρούνται και μετά το τέλος αυτής, καθιστώντας το θεραπευόμενο ικανό να αντιμετωπίσει μελλοντικές δυσκολίες της ζωής με νέους πιο λειτουργικούς τρόπους και εμφανώς μειωμένο άγχος.

Πηγές:

1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
2. Leahy R. L., Holland S. J. F. & McGinn L. K. (2012). Treatment Plans and Interventions for Depression and Anxiety Disorders (2nd ed.). New York: Guilford Press.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
Σύνδεσμος άρθρου: https://www.e-psychology.gr/anxiety-stress-phobias/2667-koinoniki-agxodis-diataraxi-symptomata-aities-antimetopisi.html

 

 

 

 

 

Διαταραχή Άγχους Ασθένειας: συμπτώματα, ενδεχόμενες δυσκολίες, αντιμετώπιση

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά συμπτώματα

Το άτομο που υποφέρει από τη Διαταραχή Άγχους Ασθένειας ασχολείται επίμονα με την ιδέα ότι έχει ή ότι κολλάει κάποια σοβαρή ασθένεια. Σωματικά συμπτώματα της επίφοβης ασθένειας δεν υπάρχουν, ή αν υπάρχουν έχουν ελάχιστη ένταση. Αν το άτομο πάσχει από κάποια άλλη ιατρική κατάσταση ή αν υπάρχει υψηλός κίνδυνος να αναπτύξει κάποια πάθηση λόγω κληρονομικότητας, η ενασχόληση με αυτή είναι υπερβολική και δυσανάλογη. Τα άτομα με Διαταραχή Άγχους Ασθένειας διακατέχονται από υψηλά επίπεδα άγχους υγείας με αποτέλεσμα να πανικοβάλλονται εύκολα γι’ αυτήν. Ταυτόχρονα, εμφανίζουν υπερβολικές συμπεριφορές όσον αφορά στην υγεία τους, όπως το να ελέγχουν συνέχεια το σώμα τους για σημάδια της ασθένειας, ή δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές, όπως το να αποφεύγουν τα ραντεβού με τους γιατρούς ή/και τα νοσοκομεία. Όλα τα παραπάνω συμπτώματα διαρκούν για τουλάχιστον 6 μήνες, αλλά η συγκεκριμένη νόσος που φοβάται το άτομο ενδέχεται να αλλάξει εντός της περιόδου αυτής.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με υψηλό άγχος υγείας

Στους άνθρωποι που ανησυχούν υπερβολικά για την υγεία τους, πολλές φορές δίνονται λίγες πληροφορίες σχετικά με το άγχος τους γι’ αυτήν. Οι γιατροί ή τα κοντινά τους πρόσωπα συχνά δυσανασχετούν όταν το άτομο τους ρωτά επαναλαμβανόμενα και επίμονα αν έχουν κάποια ασθένεια με σκοπό να καθησυχαστούν ότι είναι καλά. Έτσι, συχνά οι γύρω θεωρούν το άτομο παραπονιάρικο. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από άγχος υγείας νιώθουν πολλές φορές αποξενωμένοι από το σύστημα υγείας: μπορεί να αισθάνονται ότι οι ανησυχίες τους δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από τους γιατρούς ή/και ότι έχουν επισκεφθεί πολλούς επαγγελματίες υγείας ανά τα χρόνια, αλλά ποτέ δεν τους υπέδειξε κάποιος πώς να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα και το άγχος τους.

Πώς δημιουργείται η Διαταραχή Άγχους Ασθένειας

Το άγχος υγείας γίνεται υπερβολικό και οδηγεί στην εκδήλωση της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας όταν οι εμπειρίες σωματικών παθήσεων του παρελθόντος (του ίδιου του ατόμου ή κάποιου άλλου), καθώς και οι πληροφορίες που το άτομο λαμβάνει, σχετικά με διάφορα θέματα υγείας, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οδηγούν στο σχηματισμό συγκεκριμένων πεποιθήσεων σχετικά με τα συμπτώματα, τις αρρώστιες και τις συμπεριφορές που αφορούν στην υγεία. Παραδείγματα ενδεχομένως προβληματικών πεποιθήσεων για την υγεία, μπορεί να είναι: «τα σωματικά συμπτώματα αποτελούν συνήθως σημάδι κάποιας σοβαρής ασθένειας που θα απειλήσει τη ζωή μου» ή «αν δεν πάω αμέσως στον γιατρό όταν παρατηρήσω κάτι ασυνήθιστο στο σώμα μου, μετά μπορεί να είναι πολύ αργά». Τέτοιες πεποιθήσεις μπορεί να αποτελούν μια μόνιμη πηγή άγχους ή/και να πυροδοτούνται από καταστάσεις, όπως το να ακούσει το άτομο τις λεπτομέρειες της αρρώστιας που έχει κάποιος συνομήλικος ή να μάθει καινούριες πληροφορίες σχετικά με την ασθένεια που φοβάται. Οι αρνητικές αυτές πεποιθήσεις για την υγεία μπορεί να οδηγήσουν το άτομο στο να στρέφει επιλεκτικά την προσοχή του σε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ιδέα του ότι πάσχει από κάποια ασθένεια και κατά συνέπεια να αγνοεί αντίθετες ενδείξεις που υποστηρίζουν ότι είναι υγιές.

Στην δημιουργία της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας βασικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι το άτομο αντιλαμβάνεται τις σωματικές  αισθήσεις και συμπτώματα ως πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι, καθώς και το ότι θεωρεί μία συγκεκριμένη ασθένεια ως πολύ πιο πιθανή ή/και σοβαρή απ’ ότι είναι. Ταυτόχρονα, το άτομο πιστεύει είναι ανίκανο να αποτρέψει και να αντιμετωπίσει την ασθένεια. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει το ότι εκτιμά τις συνέπειες της ασθένειας ως τρομερά οδυνηρές, θεωρεί δυσβάσταχτο το γενικό βάρος που μπορεί αυτή να επιφέρει στη ζωή του και αμφιβάλλει για το πόσο υποστηρικτικό θα είναι το περιβάλλον του στην περίπτωση που το άτομο νοσήσει.

Η αντιμετώπιση της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας

Σημαντικό κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας είναι να κατανοήσει ο θεραπευόμενος πώς το άγχος υγείας του δημιουργήθηκε και ποιοι είναι οι λόγοι που αυτό συντηρείται και του προκαλεί δυσκολία.

Η θεραπεία της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας περιλαμβάνει τεχνικές παρεμπόδισης των συνεχών προσπαθειών του ατόμου να επιβεβαιώνεται από τους γύρω του και τους γιατρούς για την κατάσταση της υγείας του και να τσεκάρει αδιάκοπα το σώμα του για ύποπτα συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Οι συμπεριφορές αυτές προσφέρουν βραχυπρόθεσμη μείωση του άγχους του ατόμου, αλλά μακροπρόθεσμα διαιωνίζουν και ενισχύουν την παρουσία του άγχους υγείας. Μέσω του σχεδιασμένου παρεμποδισμού αυτών των δυσλειτουργικών συμπεριφορών, αυτές σταματούν σταδιακά να υπάρχουν και να αναπυροδοτούν το άγχος, ενώ ο θεραπευόμενος μαθαίνει νέες πιο λειτουργικές στρατηγικές να αντιμετωπίζει την παρουσία των σωματικών συμπτωμάτων. Παραδείγματα τέτοιων βοηθητικών στρατηγικών είναι η επιμόρφωση του θεραπευόμενου σχετικά με φυσιολογικά σωματικά συμπτώματα, αλλά και σχετικά με τις περιπτώσεις όπου είναι αναγκαίο να δοθεί ιατρική προσοχή, η εκπαίδευσή του σε τεχνικές που αποσκοπούν στην αποδοχή των συμπτωμάτων και σε τεχνικές χαλάρωσης, και η έκθεσή του σε άβολα σωματικά συμπτώματα.

Επίσης, μέσω της θεραπείας, το άτομο μαθαίνει:

  • Να αναγνωρίζει αγχωτικές και καταστροφικές σκέψεις που αφορούν στα συμπτώματα και την ασθένεια, καθώς και το ποια ερεθίσματα τροφοδοτούν τς σκέψεις αυτές.
  • Να αρχίζει να περιλαμβάνει και μη καταστροφικές ερμηνείες στη σκέψη του για τα σωματικά συμπτώματα.
  • Να εκτιμά πιο ρεαλιστικά το πόσο πιθανές είναι οι συνέπειες που φοβάται.
  • Να χρησιμοποιεί εναλλακτικές σκέψεις πιο λειτουργικές με σκοπό να αντιμετωπίζει τις αγχωτικές σκέψεις.
  • Να αποκτά ανοχή στην αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη των ζητημάτων υγείας.

Σταδιακά το άτομο αποκτά την ικανότητα να διαχειρίζεται αποτελεσματικά το άγχος υγείας του, με αποτέλεσμα η διαταραχή να αρχίσει να φθίνει, παύοντας έτσι να προκαλεί βάρος στη ζωή και την καθημερινότητά του.

Πηγές:

1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
2. Salkovskis, P. M. & Bass, C. (2009). Hypochondriasis. In D. M. Clark & C. G. Fairburn (Eds.), Science and Practice of Cognitive Behaviour Therapy, 2nd Edition (pp. 313-339). New York: Oxford University Press.
3. Furer, P., Walker, J. R. & Stein, M. B. (2007). Treating Health Anxiety and Fear of Death: A Practitioner’s Guide. New York: Springer Science & Business Media.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
Σύνδεσμος άρθρου: https://www.e-psychology.gr/anxiety-stress-phobias/2629-agxos-astheneias.html

 

 

Διεκδικητική συμπεριφορά. Τι είναι και πώς μας ωφελεί στη ζωή μας

Όλοι μας βρισκόμαστε αντιμέτωποι με επικοινωνιακές καταστάσεις που μας φέρνουνε σε δύσκολη θέση και δεν είμαστε βέβαιοι για το πώς πρέπει να αντιδράσουμε ή να τις χειριστούμε. Παραδείγματα τέτοιων καταστάσεων μπορεί να είναι το να μας πάρει τη σειρά κάποιος στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, να μας επιπλήξει με άσχημο τρόπο το αφεντικό μας για κάτι που δεν φταίμε, να μας ζητάει ένας φίλος επίμονα μια χάρη που δεν θα θέλαμε να του κάνουμε ή να βάζει υπερβολικά δυνατά τη μουσική ο γείτονάς μας τις ώρες κοινής ησυχίας. Πρόκειται για απλά καθημερινά ζητήματα που μας προκαλούν δυσφορία και τα οποία απαιτούν κάποια ευέλικτη μορφή επικοινωνίας για να αντιμετωπιστούν.

Το μη διεκδικητικό/παθητικό και το επιθετικό στυλ επικοινωνίας

Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται αρκετά να διαχειριστούν καταστάσεις, όπως οι παραπάνω, επειδή αγχώνονται ότι δεν θα καταφέρουν να επικοινωνήσουν κατάλληλα τη δυσαρέσκειά τους, φοβούνται ότι θα απορριφθούν ή θα παρεξηγηθούν, δεν αισθάνονται άνετα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους ή νιώθουν κατώτεροι σε σχέση με το άλλο άτομο απέναντί τους. Επιλέγουν, λοιπόν, να αντιδρούν παθητικά σε καταστάσεις που τους δυσαρεστούν, μη υπερασπιζόμενοι τα δικαιώματά τους και τη γνώμη τους, με συνέπεια να ανέχονται επανειλημμένα συμπεριφορές που συμβαίνουν εις βάρος τους και τους δυσαρεστούν (μη διεκδικητικό/παθητικό στυλ). Αυτό, όμως, προκαλεί συναισθήματα στεναχώριας και ματαίωσης στο άτομο που υποχωρεί συνεχώς όταν θίγεται το δίκιο του.

Άλλοι άνθρωποι όταν νιώθουν ότι ενοχλούνται ή διαφωνούν με τη συμπεριφορά των άλλων προσπαθούν να επιβάλλουν τη γνώμη τους και να πετύχουν αυτό που επιθυμούν εις βάρος της άλλης πλευράς (επιθετικό στυλ). Μία τέτοια επικοινωνιακή αντίδραση μπορεί να επιφέρει τα θεμιτά αποτελέσματα, καθιστώντας το άτομο ικανό να «πάρει» αυτό που θέλει. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, καταπατούνται τα δικαιώματα των άλλων και, πιθανώς, δημιουργούνται εκδικητικές διαθέσεις από εκείνον που θίγεται.

Το μη διεκδικητικό/παθητικό και το επιθετικό στυλ επικοινωνίας δεν είναι, συνήθως, ευεργετικά για την ανθρώπινη αλληλεπίδραση. Αντιθέτως, όταν χειριζόμαστε τις διάφορες καταστάσεις με διεκδικητική συμπεριφορά νιώθουμε ικανοποίηση και θετικά συναισθήματα για τον εαυτό μας και δημιουργούμε ισότιμες σχέσεις με τους γύρω μας.

Τι σημαίνει διεκδικητικότητα;

Η διεκδικητικότητα αποτελεί ένα επικοινωνιακό στυλ συμπεριφοράς, το οποίο μας επιτρέπει να εκφράζουμε τη γνώμη ή την αντίθεσή μας, να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα και τα δικαιώματά μας, σεβόμενοι ταυτόχρονα τη γνώμη και τα δικαιώματα της άλλης πλευράς.

Η διεκδικητική συμπεριφορά μας παρέχει τα εξής οφέλη:

  • Μας επιτρέπει να σχετιζόμαστε με τους άλλους με λιγότερες συγκρούσεις, άγχος και δυσαρέσκεια.
  • Μπορούμε να είμαστε άνετοι με τους γύρω μας, επειδή ξέρουμε ότι είμαστε ικανοί να διαχειριστούμε τις περισσότερες καταστάσεις.
  • Μας επιτρέπει να διατηρήσουμε τον αυτοσεβασμό μας, σεβόμενοι εξίσου και τους άλλους.
  • Αυξάνει την αυτοπεποίθησή μας, καθώς δεν προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τη ζωή μας στα στάνταρντ των άλλων.
  • Μας καθιστά ικανούς να έχουμε τον έλεγχο στην καθημερινότητά μας, μειώνοντας το αίσθημα της αβοηθητότητας.
  • Ενισχύει την έκφραση των συναισθημάτων μας.
  • Είναι η μόνη στρατηγική που επιτρέπει, τόσο σε μας όσο και στους άλλους, το σχηματισμό σχέσεων ισοτιμίας.

Τι προσφέρει η εκπαίδευση στη διεκδικητικότητα;

Μέσα από την εκπαίδευση στη διεκδικητικότητα, ο θεραπευτής σάς βοηθά να αναγνωρίσετε τις μη διεκδικητικές ή επιθετικές συμπεριφορές, που αποδεικνύονται μη λειτουργικές στην αντιμετώπιση διαφόρων καταστάσεων στη ζωή σας. Στη συνέχεια, σας κατευθύνει να κατανοήσετε την έννοια και τα στοιχεία της διεκδικητικής συμπεριφοράς, αλλά και το πώς να την εφαρμόζετε. Στόχος της εκπαίδευσης είναι να αντικατασταθούν οι δυσλειτουργικές στρατηγικές επικοινωνίας, οι οποίες σας δυσκολεύουν και δεν αποδίδουν τα θεμιτά αποτελέσματα, με πιο αποτελεσματικές διεκδικητικές στρατηγικές. Μέσω αυτής της διαδικασίας, μπορείτε να αποκτήσετε ή να εξελίξετε τη διεκδικητική σας συμπεριφορά, και κατά συνέπεια, να νιώθετε μεγαλύτερη  σιγουριά για τον εαυτό σας, αλλά και να βελτιώσετε τις σχέσεις σας με τους άλλους ανθρώπους.

Πηγές:
1. Alberti, R. E. & Emmons, M. L. (1995). Your perfect right: A guide to assertive living (7th ed). Oakland: Impact Publishers.
2. Paterson, R. J. (2000). The Assertiveness Workbook: How to Express Your Ideas and Stand Up for Yourself at Work and in Relationships. Oakland: New Harbinger Publications.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
Σύνδεσμος άρθρου: https://www.e-psychology.gr/relations-sexual-disorders/2567-ti-einai-i-diekdikitiki-symperifora.html

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΑΔ): Συμπτώματα, διαγνωστικά κριτήρια, αντιμετώπιση

Τι είναι οι ιδεοληψίες και οι ψυχαναγκασμοί;

Τα δύο χαρακτηριστικά συμπτώματα που συναντώνται στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι οι ιδεοληψίες και οι ψυχαναγκασμοί.

Ο όρος ιδεοληψίες αναφέρεται σε επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις (π.χ. «σκέφτομαι διαρκώς ότι θα μολυνθώ από κάποιο μικρόβιο», «μου έρχεται στο μυαλό συνεχώς η εικόνα ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος», «νομίζω ότι μπορεί να κάνω κακό τη μητέρα μου»). Οι ιδεοληψίες είναι τρομερά δυσάρεστες  για το άτομο και δεν θέλει να του έρχονται στο μυαλό. Τις βιώνει ως παρείσακτες, ενοχλητικές, απαράδεκτες, παράλογες και ασύμβατες με τα πιστεύω του. Παρόλα αυτά, οι ιδεοληψίες έρχονται απροειδοποίητα χωρίς να το επιθυμεί το άτομο και του προκαλούν μεγάλη δυσφορία και άγχος. Ως αποτέλεσμα, ο άνθρωπος που υποφέρει από την ΙΨΑΔ, κάποιες φορές, προσπαθεί να αγνοήσει ή να καταπνίξει τις ιδεοληψίες (π.χ. αποφεύγοντας ερεθίσματα και καταστάσεις που θα τις πυροδοτούσαν ή «διώχνοντας» τις σκέψεις του). Άλλες φορές, για να εξουδετερώσει το άτομο τις ανεπιθύμητες αυτές σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις φέρνει στο μυαλό του μια άλλη σκέψη ή εμπλέκεται σε μια πράξη/τελετουργία (ψυχαναγκασμοί).

Οι ψυχαναγκασμοί (ή αλλιώς τελετουργίες) είναι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (π.χ. «τσεκάρω δέκα φορές την πόρτα πριν φύγω από το σπίτι») ή νοητικές πράξεις (π.χ. «λέω έξι φορές από μέσα μου το πάτερ ημών»), στις οποίες το άτομο νιώθει ότι πρέπει να προβεί ως απάντηση σε μία ιδεοληψία ή τις εφαρμόζει σαν έναν άκαμπτο κανόνα. Οι ψυχαναγκασμοί έχουν ως στόχο να μειώσουν τη δυσφορία που προκαλούν στο άτομο οι ιδεοληψίες ή να αποτρέψουν κάποιο γεγονός που φοβάται. Ωστόσο, οι τελετουργίες αυτές είτε δεν συνδέονται ρεαλιστικά με το γεγονός που αποσκοπούν να αποτρέψουν από το να συμβεί (π.χ. «μετράω μέχρι το εκατό για να μην τρακάρει το παιδί μου με το αυτοκίνητο»), είτε χαρακτηρίζονται από υπερβολή (π.χ. «πλένω για δύο ώρες τα χέρια μου για να μην μολυνθώ από κάποιο μικρόβιο»). Το άτομο δεν κάνει τους ψυχαναγκασμούς για ευχαρίστηση. Μερικές φορές, όμως, οι τελετουργίες μειώνουν βραχυπρόθεσμα το άγχος ή η δυσφορία του ατόμου.

Ποιο είναι το περιεχόμενο των ιδεοληψιών και των ψυχαναγκαστικών συμπεριφορών;

Το περιεχόμενο των ιδεοληψιών διαφέρει από ασθενή σε ασθενή με ΙΨΑΔ, ωστόσο μπορούν να ομαδοποιηθούν σε κάποιες πιο γενικές κατηγορίες:

  • Ιδεοληψίες μόλυνσης (ιδέες ότι θα μολυνθεί το άτομο από την επαφή με βρομιές, μικρόβια, ούρα, αίμα, ραδιενέργεια, δηλητήριο κλπ.)
  • Ιδεοληψίες θανάτου (π.χ. εικόνες αγαπημένων προσώπων στο φέρετρο)
  • Ιδεοληψίες ατυχημάτων που το άτομο πιστεύει ότι μπορεί να προκαλέσει (π.χ. ότι μπορεί να χτύπησε κάποιον με το αυτοκίνητό του)
  • Ιδεοληψίες που υπαγορεύονται από ιδέες σωματικής βίας προς ή προς τον εαυτό ή τους άλλους
  • Ιδεοληψίες κοινωνικά μη αποδεκτής συμπεριφοράς (το άτομο φοβάται ότι μπορεί να αρχίσει να φωνάζει, να βρίζει ή να χάσει τον έλεγχο)
  • Ιδεοληψίες σεξουαλικού περιεχομένου (πχ. εικόνες μη αποδεκτών σεξουαλικών πράξεων ή βιασμού)
  • Ιδεοληψίες θρησκευτικού περιεχομένου (βλάσφημες σκέψεις, θρησκευτική αμφισβήτηση)
  • Ιδεοληψίες σειροθέτησης (κάθε πράγμα να είναι τοποθετημένο στο σωστό μέρος ή κάθε πράξη να γίνεται με τον σωστό τρόπο, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο πρότυπο ή αριθμό)
  • Ιδεοληψίες που περιέχουν φράσεις χωρίς νόημα, ή εικόνες, ή ήχους, ή λέξεις, ή αριθμούς, οι οποίες έρχονται, παρεισφρητικά, στο μυαλό του ασθενή

Ως απάντηση, λοιπόν, στις ιδεοληψίες ο ασθενής με ΙΨΑΔ καταφεύγει σε ψυχαναγκασμούς, το τελετουργικό περιεχόμενο των οποίων σχετίζεται συχνότερα με την καθαριότητα, τον επανέλεγχο, την επανάληψη, την τακτοποίηση, τον θησαυρισμό, ή είναι νοητικό (πχ. λέξεις, φράσεις, προσευχή, μέτρημα).

Πότε κάποιος διαγιγνώσκεται με ΙΨΑΔ;

Για να διαγνωστεί κάποιος με ΙΨΑΔ, θα πρέπει να καταναλώνει πάνω από μία ώρα ημερησίως σε ιδεοληψίες/ψυχαναγκασμούς και να εμφανίζει δυσλειτουργία ή μεγάλη ενόχληση στους σημαντικούς τομείς της ζωής του, όπως είναι ο κοινωνικός, ο επαγγελματικός ή οι διαπροσωπικές του σχέσεις. Η ΙΨΑΔ μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στη ζωή του ατόμου, όπως το να χάσει τη δουλειά του ή/και να διακοπεί ο γάμος του ή κάποια άλλη σημαντική διαπροσωπική του σχέση· τα προβλήματα στο γάμο είναι ο λόγος που περίπου το 50% των παντρεμένων ασθενών αναζητούν θεραπεία για τη διαταραχή.

Φύλλο, ηλικία εμφάνισης και σύνοδες διαταραχές

Σχετικά με το φύλλο των πασχόντων, έχει βρεθεί ότι λίγο παραπάνω από τους μισούς ενήλικες που υποφέρουν από τη διαταραχή είναι γένους θηλυκού. Η  ηλικιακή έναρξη της ΙΨΑΔ κυμαίνεται στα αγόρια από 13 ετών έως 15, ενώ στα κορίτσια από 20 ετών έως 24. Η διαταραχή είναι πολύ σπάνιο να εμφανιστεί σε ηλικίες άνω των 35 ετών, όμως δεν είναι απίθανο. Επίσης, έχουν παρουσιαστεί και περιπτώσεις ΙΨΑΔ σε παιδιά δύο ετών.

Σχετικά με τις διαταραχές που συνοδεύουν την ΙΨΑΔ, έχει βρεθεί ότι το 49% των ασθενών με ΙΨΑΔ υπέφερε και από μια αγχώδη διαταραχή, όπως διαταραχή πανικού, κοινωνική φοβία, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή ή ειδικές φοβίες, και το 27% από κάποια καταθλιπτική διαταραχή.

Πώς αντιμετωπίζεται η ΙΨΑΔ;

Όσον αφορά στη θεραπεία της ΙΨΑΔ, η πρόγνωση για τους ασθενείς με τη διαταραχή έχει βελτιωθεί κατακόρυφα λόγω των ραγδαίων εξελίξεων εντός των τελευταίων δεκαετιών στη φαρμακολογία και την Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ). Οι διαδικασίες, στις οποίες δίνεται έμφαση στη ΓΣΘ για την αντιμετώπιση της ΙΨΑΔ, είναι η σταδιακή έκθεση του θεραπευόμενου σε όλες τις καταστάσεις που προηγουμένως απέφευγε, η άμεση έκθεσή του στα ερεθίσματα που του προκαλούν φόβο (συμπεριλαμβανομένων των σκέψεων) και ο παρεμποδισμός των ψυχαναγκασμών/τελετουργιών και των συμπεριφορών που χρησιμοποιεί για να εξουδετερώσει τις ιδεοληψίες είτε αυτές είναι φανερές (π.χ. πλύσιμο χεριών), είτε όχι (π.χ. σιωπηλό μέτρημα).

Πηγές:
1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
2. Salkovskis, M. P. & Kirk, J. (1993). Obsessional disorders. In K. Hawton, M. P. Salkovskis, J. Kirk & D. M. Clark (Eds.), Cognitive Behaviour Therapy for Psychiatric Problems, 1st Edition (pp. 129-168). New York: Oxford University Press.
3. Salkovskis, P. M. & Kirk, J. (2009). Obsessive-compulsive disorder. In D. M. Clark & C. G. Fairburn (Eds.), Science and Practice of Cognitive Behaviour Therapy, 2nd Edition (pp. 179-208). New York: Oxford University Press.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
https://www.e-psychology.gr/obsessive-compulsing-disorder/2493-ideopsyxanagkastiki-diataraxi-symptomata-therapeia.html

Διαχείριση πένθους

Η διαδικασία του πένθους

Το πένθος είναι η περίοδος που διανύουμε, προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στην απώλεια ενός αγαπημένου μας προσώπου που «έφυγε» από τη ζωή. Η διάρκεια του πένθους είναι διαφορετική για τον κάθε άνθρωπο και δεν υπάρχουν σωστά ή λάθος συναισθήματα που πρέπει να νιώθουμε όταν πενθούμε, καθώς, ο καθένας από μας μαθαίνει να αντεπεξέρχεται στη διαδικασία αυτή με τους δικούς του τρόπους.

Το πένθος που βιώνουμε όταν χάνουμε από τη ζωή ένα δικό μας άνθρωπο, είναι μία φυσιολογική διαδικασία και εκδηλώνεται με πολλούς και απρόβλεπτους τρόπους. Μερικοί άνθρωποι νιώθουν έντονο θυμό κατά τη διάρκεια του πένθους, άλλοι αποσύρονται και κλείνονται στον εαυτό τους, άλλοι παραλύουν στη σκέψη ότι δεν θα ξαναδούν το αγαπημένος τους πρόσωπο ξανά, ενώ άλλοι αρνούνται να δεχτούν την απώλειά του.

Η περίοδος που κάποιος πενθεί, πολλές φορές, δημιουργεί σύγχυση και περιλαμβάνει πολλά και έντονα συναισθήματα. Τα συναισθήματα αυτά, μπορεί να δυναμώνουν, να ξεθωριάζουν και να εναλλάσσονται, όπως διανύουμε τα διάφορα στάδια του πένθους. Τα στάδια του πένθους δεν έχουν την ίδια χρονική διάρκεια ή δεν βιώνονται με την ίδια σειρά από τον κάθε άνθρωπο, ωστόσο, οι περισσότεροι από μας περνάμε από τα ακόλουθα στάδια όταν χάνουμε από τη ζωή κάποιο δικό μας πρόσωπο:

  • Το στάδιο που συνειδητοποιούμε ότι ο θάνατος του ανθρώπου μας όντως συνέβη.
  • Το στάδιο κατά το οποίο βιώνουμε έντονο ψυχικό πόνο, ως απόρροια του πένθους.
  • Το στάδιο όπου προσπαθούμε να προσαρμοστούμε στη ζωή και την καθημερινότητά μας, χωρίς να έχουμε πλέον δίπλα μας τον άνθρωπο που «έφυγε».
  • Και το στάδιο όπου, πλέον, καταναλώνουμε λιγότερη συναισθηματική ενέργεια στη διαδικασία του πένθους και αρχίζουμε να την αφιερώνουμε και σε άλλα πράγματα, δηλαδή αποδεχόμαστε την απώλεια και προχωράμε.

Οι περισσότεροι άνθρωποι περνάνε μέσα από όλα τα παραπάνω στάδια, αλλά δεν μεταβαίνουν όλοι από το ένα στάδιο στο άλλο ομαλά. Μερικές φορές, κάποιος μπορεί να «κολλήσει» σε ένα ή περισσότερα από τα στάδια του πένθους, με αποτέλεσμα να του είναι δύσκολο να προχωρήσει και να περάσει στην αποδοχή της απώλειας.  Η δυσκολία να καταφέρουμε να μεταβούμε από το κάθε στάδιο στο επόμενο, συνήθως, επιφέρει έντονα δυσάρεστα συναισθήματα, που πιθανώς να οδηγήσουν σε κατάθλιψη.

Η Διαχείριση του πένθους της απώλειας

Αν έχετε βιώσει πρόσφατα το θάνατο ενός αγαπημένου σας προσώπου, το οποίο έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή σας, μπορεί να είναι αρκετά δύσκολο για σας να προσαρμοστείτε στις αλλαγές που έρχονται στην καθημερινότητά σας μετά την απώλεια. Το πένθος είναι μία διαδικασία που μπορεί να ταράξει έντονα τις σκέψεις, τα πιστεύω σας και την αίσθηση της πραγματικότητας.

Ο θεραπευτής σας, μέσα από τη διαχείριση πένθους, μπορεί να σας προσφέρει ψυχολογική υποστήριξη και ενίσχυση τις δύσκολες αυτές στιγμές. Το να μιλήσετε για το θάνατο ενός αγαπημένου σας προσώπου, συχνά, βοηθάει στο να προσαρμοστείτε στις αλλαγές που καλείστε να εφαρμόσετε στη ζωή σας μετά την απώλεια. Αντίθετα, το να κρατάτε μέσα σας τη λύπη ή να την αρνείστε, συνήθως, παρατείνει τον πόνο. Οποιαδήποτε απώλεια στη ζωή μας και τα δυσάρεστα συναισθήματα που αυτή αποφέρει, χρειάζεται να αναγνωριστούν και να εκφραστούν για να προχωρήσουμε μπροστά, κάτι στο οποίο βοηθάει η διαχείριση πένθους. Αυτή η θεραπευτική διαδικασία αποσκοπεί στο να σας στηρίξει ψυχολογικά για να επεξεργαστείτε το πένθος σας και σταδιακά να αποδεχτείτε την απώλεια με την οποία ήρθατε αντιμέτωποι.

Πηγή:

Neimeyer R. A. (2005). Lessons of Loss: A Guide to Coping. Hove: Brunner-Routledge Publishers.

Διαχείριση θυμού

Το συναίσθημα του θυμού

Ο θυμός είναι ένα φυσιολογικό και υγιές συναίσθημα, το οποίο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καλό ή κακό. Όπως και κάθε άλλο συναίσθημα που προκαλεί δυσφορία, ο θυμός εκδηλώνεται όταν ερμηνεύουμε μια κατάσταση ως θλιβερή, ανησυχητική, άδική ή απειλητική και καλούμαστε να αντιδράσουμε αναλόγως. Ο τρόπος που εκφράζουμε το θυμό μας είναι αυτός, που σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα. Ο χρόνιος και συσσωρευμένος θυμός, που εκφράζεται με έντονες εκρήξεις, μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στις διαπροσωπικές μας σχέσεις και την σωματική και ψυχική μας υγεία. Συμπερασματικά, ενώ είναι απόλυτα φυσιολογικό να αισθανόμαστε θυμωμένοι, όταν οι γύρω μας δε μας συμπεριφέρονται όπως θα θέλαμε ή μας αδικούν, ο θυμός προκαλεί δυσλειτουργία όταν τον εκφράζουμε με τρόπους επιβλαβείς για τον εαυτό μας και τους άλλους. Πολλές φορές, οι άνθρωποι που εκδηλώνουν συχνά εκρήξεις θυμού, μπορεί να πιστεύουν ότι είναι αδύνατο να ελέγξουν το θυμό τους. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ο θυμός μπορεί να ελεγχθεί: όταν αρχίζουμε να κατανοούμε πώς λειτουργεί και κατ’ επέκταση μαθαίνουμε να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας με πιο λειτουργικούς τρόπους, τότε, αναπτύσσουμε δεξιότητες, που μας καθιστούν ικανούς, να επικοινωνούμε  με τους γύρω μας πιο εποικοδομητικά, χωρίς να τους πληγώνουμε.

Ο σκοπός και τα οφέλη της διαχείρισης θυμού

Η διαχείριση θυμού δεν αποσκοπεί στο να μάθετε  να καταπιέζετε το θυμό σας. Κατά συνέπεια, το να στοχεύετε στο να μην ξαναθυμώσετε ποτέ είναι από τη μία όχι επιθυμητό και από την άλλη ανέφικτο. Ο θυμός αποτελεί ένα ανθρώπινο συναίσθημα και θα βρει διέξοδο, ακόμα και αν προσπαθήσετε με κάθε τρόπο να τον καταπιέσετε ή να τον αποφύγετε. Ο σκοπός, λοιπόν, μέσα από τη διαχείριση θυμού, είναι να κατανοήσετε το μήνυμα που υπάρχει πίσω από το συναίσθημα και να μάθετε να το εκφράζετε με υγιείς και λειτουργικούς τρόπους, χωρίς να χάνετε τον έλεγχο. Για να πετύχετε τα παραπάνω, μπορεί να χρειάζεται αρκετή προσπάθεια, στην οποία θα σας κατευθύνει και θα σας βοηθήσει ο θεραπευτής σας. Με την ενίσχυση, λοιπόν, του θεραπευτή μπορείτε να μάθετε τρόπους και τεχνικές για να εκφράζετε κατάλληλα το θυμό σας, αναπτύσσοντας ή βελτιώνοντας τις εξής δεξιότητες:

  • Να αναγνωρίζετε όλο το φάσμα των συναισθημάτων σας, συμπεριλαμβανομένου του θυμού.
  • Να εντοπίζετε τις επιθετικές συμπεριφορές που συμβαίνουν ως αποτέλεσμα του θυμού, τόσο στον εαυτό σας, όσο και στους άλλους.
  • Να κατανοείτε τις πιθανές συνέπειες των εκρήξεων του θυμού, για εσάς τους ίδιους και για τους γύρω σας.
  • Να μάθετε να αντιλαμβάνεστε το αν και πότε η συμπεριφορά σας γίνεται αυτοκαταστροφική.
  • Να εντοπίζετε τις αυτόματες σκέψεις που περνάνε από το μυαλό σας, πριν προκύψει μία έκρηξη θυμού.
  • Να αντιλαμβάνεστε τις σωματικές σας αισθήσεις όταν είστε θυμωμένοι.

Το να μάθετε να διαχειρίζεστε το θυμό σας και να τον εκφράζετε λειτουργικά, θα σας βοηθήσει στο να χτίσετε πιο υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις , να ενδυναμώσετε τις ήδη υπάρχουσες, να εκπληρώνετε τους στόχους σας με μεγαλύτερη επιτυχία και ευκολία και να λαμβάνετε περισσότερη ικανοποίηση και ευχαρίστηση από τη ζωή και την καθημερινότητά σας.

Πηγή:

Woodruff J. (2012). Anger Management Best Practice Handbook: Controlling Anger Before it Controls You, Proven Techniques and Exercises for Anger Management (2nd ed.). Aspley, Queensland: Emereo Publishing.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
Σύνδεσμος άρθρου: https://www.e-psychology.gr/selfhelp/3089-to-synaisthima-tou-thymoy-kai-i-diaxeirisi-tou.html

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (1ο Μέρος):
Τα συμπτώματα και ο ρόλος της ανησυχίας

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ) έχει περιγραφεί ως η βασική ή «πυρηνική» αγχώδης διαταραχή. Η έναρξη της ΓΑΔ είναι σταδιακή, σε σύγκριση με διαταραχές όπως αυτή του πανικού, και μεγάλο ποσοστό ασθενών αναφέρουν ότι ήταν «ανήσυχοι» ή αγχωμένοι σε ολόκληρη τη ζωή τους, αναδεικνύοντας ένα μονίμως υψηλό βαθμό χαρακτηρολογικού άγχους. Η ΓΑΔ σχετίζεται με τις έννοιες της ανησυχίας, της αυτοαπασχόλησης και της προκατάληψης της προσοχής και εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες.

Συμπτώματα

Tο πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό της ΓΑΔ είναι η υπερβολική ανησυχία και το άγχος σχετικά με μία σειρά γεγονότων ή δραστηριοτήτων. Η ένταση, η διάρκεια και η συχνότητα της ανησυχίας είναι δυσανάλογη σε σχέση με τους πραγματικούς κινδύνους ή τις επιπτώσεις του αναμενόμενου γεγονότος. Οι ενήλικες με ΓΑΔ, συνήθως, ανησυχούν για καταστάσεις της καθημερινότητας, όπως τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, την υγεία και τα οικονομικά τους, την υγεία της οικογένειάς τους και πιθανές κακοτυχίες των παιδιών τους ή για θέματα μικρής σημασίας, όπως το να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού ή το να μην αργήσουν στα ραντεβού τους. Στη συγκεκριμένη διαταραχή, τα άτομα αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι δυσκολεύονται να ελέγξουν την ανησυχία τους. Τα συμπτώματα που συχνά ακολουθούν την ανησυχία είναι νευρικότητα ή αίσθημα αγωνίας ή τεταμένα νεύρα, εύκολη κόπωση, δυσκολία στη συγκέντρωση ή αίσθημα ότι το μυαλό αδειάζει, ευερεθιστότητα, μυϊκή ένταση, διαταραχή ύπνου. Το άγχος, η ανησυχία ή/και τα σωματικά συμπτώματα προκαλούν σημαντική αναστάτωση ή πρόβλημα στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλη σημαντική περιοχή της λειτουργικότητας του ατόμου.

Ο ρόλος της ανησυχίας

Για να κατανοήσουμε το πώς η ανησυχία γίνεται προβληματική, τη χωρίζουμε σε:

  • Ανησυχία τύπου 1
  • Ανησυχία τύπου 2

Όταν τα άτομα αντιμετωπίζουν μία κατάσταση που τους προκαλεί άγχος, τότε αρχίζουν να υιοθετούν θετικές πεποιθήσεις/πιστεύω σε σχέση με την ανησυχία (πχ. η πεποίθηση ότι η ανησυχία θα τους βοηθήσει να ανταπεξέλθουν στην αγχωτική κατάσταση). Αυτή η διεργασία είναι γνωστή ως ανησυχία Τύπου 1, η οποία εμφανίζεται σε καθημερινά εξωτερικά γεγονότα, όπως είναι οι ανησυχίες που αφορούν κοινωνικά θέματα ή θέματα υγείας.

Παράδειγμα: Ο Γιώργος πρέπει να ανταπεξέλθει σε μία ιδιαίτερα απαιτητική ημέρα στη δουλειά του. Αυτό το γεγονός του προκαλεί ανησυχία σχετικά με το πώς θα αποδώσει. Ο Γιώργος πιστεύει ότι αυτή του η ανησυχία τον κρατάει σε εγρήγορση για να μπορέσει να τα πάει όσο καλύτερα γίνεται.

Η ανησυχία Τύπου 1 αρχικά δημιουργεί άγχος, αλλά αργότερα μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει το άγχος, αναλόγως με το αν το πρόβλημα που προκάλεσε την ανησυχία έχει επιλυθεί. Στο παράδειγμά μας, ο Γιώργος θα ανακουφιστεί από την ανησυχία του αν αποδώσει καλά στην απαιτητική ημέρα στη δουλειά ή θα αγχωθεί περισσότερο αν δεν τα πάει καλά.

Κατά τη διάρκεια, όμως, της πορείας της ανησυχίας Τύπου 1, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω, μπορεί να σχηματιστούν αρνητικές πεποιθήσεις/πιστεύω που αφορούν την ίδια ανησυχία. Το άτομο, δηλαδή, μπορεί να αρχίσει να αγχώνεται για το γεγονός καθεαυτό ότι ανησυχεί, φοβούμενο ότι η ανησυχία του είναι ανεξέλεγκτη ή ότι ακόμα μπορεί να είναι εγγενώς επικίνδυνη. Αυτή η «ανησυχία για την ανησυχία» ορίζεται ως ανησυχία Τύπου 2. Στο παράδειγμά μας, λοιπόν, αν ο Γιώργος αρχίσει να ανησυχεί για το γεγονός ότι είναι πάρα πολύ αγχωμένος με τη δουλειά του και αρχίσει να πιστεύει ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα για τον ίδιο, τότε πρόκειται για την ανησυχία τύπου 2.

Όταν το άτομο αναπτύξει ανησυχίες τύπου 2 αρχίζει να αποφεύγει τις καταστάσεις που του δημιουργούν άγχος και προσπαθεί να ελέγξει τη σκέψη του και τη συμπεριφορά του έτσι ώστε να προλάβει τις καταστροφικές για εκείνο συνέπειες της ανησυχίας. Οι προσπάθειες αυτές του ατόμου να αποφύγει ή να ελέγξει την ανησυχία συνήθως αποτυγχάνουν και έχουν αντίθετα αποτελέσματα με συνέπεια η ανησυχία να διογκώνεται και να ερμηνεύεται ως ακόμα πιο καταστροφική. Αυτός ο φαύλος κύκλος της ανησυχίας αναπτύσσει και διαιωνίζει τη ΓΑΔ.

Συμπερασματικά, οι αρνητικές πεποιθήσεις σχετικά με την ανησυχία και η επακόλουθη ανησυχία Τύπου 2 είναι αυτές που διαχωρίζουν τις φυσιολογικές ανησυχίες από τις προβληματικές ανησυχίες της ΓΑΔ και κατά συνέπεια τους ασθενείς με ΓΑΔ από τα μη κλινικά ανήσυχα άτομα.

Θεραπεία

Το Γνωσιακό – Συμπεριφοριστικό μοντέλο ψυχοθεραπείας, μέσω της χρήσης ποικίλων τεχνικών, στοχεύει στην τροποποίηση των αρνητικών αυτών πεποιθήσεων που συντηρούν τη ΓΑΔ και στην αντικατάστασή τους με πιο λειτουργικές πεποιθήσεις. Έτσι, ο θεραπευόμενος θα βοηθηθεί στο να αντιμετωπίσει την προβληματική του ανησυχία και, συνεπώς, τη δυσλειτουργία που προκαλεί η διαταραχή.

Πηγές:
1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
2. Clark, D. M. (1989). Anxiety states: Panic and generalized anxiety. In: K. Hawton, M. P. Salkovskis, J. Kirk, & D. M. Clark (Eds.), Cognitive Behaviour Therapy for Psychiatric Problems: A practical guide (pp. 52-96). New York: Oxford University Press.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
https://www.e-psychology.gr/anxiety-stress-phobias/2319-genikevmeni-agxodis-diataraxi.html

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (2ο Μέρος):
Πώς αντιμετωπίζεται

Η Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία (ΓΣΘ), σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή ή χωρίς, θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής (ΓΑΔ). Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της χρήσης ενός ευρέος φάσματος τεχνικών που επιστρατεύει ο θεραπευτής σε συνεργασία με το θεραπευόμενο, με στόχο τη μείωση του άγχους και την εξάλειψη των συμπτωμάτων της διαταραχής. Πιο συγκεκριμένα, η θεραπεία της ΓΑΔ επικεντρώνεται στα εξής σημεία:

Να μειωθεί η υπερδιέγερση

Η σωματική υπερδιέγερση συνήθως προκαλεί ή ενισχύει το αίσθημα του άγχους. Θεραπευτής και θεραπευόμενος, δουλεύοντας συνεργατικά, μπορούν να εντοπίσουν καταστάσεις (πχ. ένταση στο περιβάλλον εργασίας) και συνήθειες (πχ. μεγάλη κατανάλωση καφεϊνης ή αλκοόλ) στην καθημερινότητα του ατόμου που προκαλούν αυξημένη σωματική υπερδιέγερση. Έπειτα, συζητώντας, μπορούν ν’ αναζητήσουν λύσεις για ν’ αλλάξουν κάποια κομμάτια του προγράμματος του θεραπευόμενου, ώστε να είναι πιο χαλαρός σωματικά και, κατά συνέπεια, λιγότερο αγχωμένος. Επίσης, ο θεραπεύτής μαθαίνει στο θεραπευόμενο ασκήσεις αναπνοής και μυϊκής χαλάρωσης, τις οποίες εκείνος μπορεί να χρησιμοποιεί εντός και εκτός συνεδρίας, με στόχο τη σωματική ηρεμία.

Να αναγνωρίσει ο θεραπευόμενος τους φόβους του και να τους αντιμετωπίσει

Με τη βοήθεια του θεραπευτή, ο θεραπευόμενος μπορεί να αναγνωρίσει διάφορες καταστάσεις, συναισθήματα ή σκέψεις που του προκαλούν φόβο. Ο θεραπευτής του ζητάει να κατατάξει με ιεραρχική σειρά αυτά που τον φοβίζουν, ξεκινώντας με εκείνο που τον φοβίζει λιγότερο και καταλήγοντας σε αυτό που τον φοβίζει περισσότερο. Έπειτα, με την ενίσχυση του θεραπευτή, το άτομο μπορεί να εκτεθεί στους φόβους του, από τον μικρότερο στο μεγαλύτερο, με μικρά βήματα την κάθε φορά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να οικειοποιηθεί ο θεραπευόμενος με τις καταστάσεις που του δημιουργούν φόβο και να αρχίσει να τις αντιμετωπίζει με περισσότερη αυτοπεποίθηση και σιγουριά.

Να τροποποιήσει τον τρόπο που σκέφτεται

Ο θεραπευόμενος μπορεί να αναγνωρίσει και να αλλάξει τον αρνητικό τρόπο σκέψης του με τη βοήθεια του θεραπευτή. Οι άνθρωποι, πολλές φορές, αντιμετωπίζουν τα διάφορα συμβάντα πολύ προσωπικά, προσπαθούν να προβλέψουν και να προλάβουν δυσάρεστες καταστάσεις, που το πιθανότερο είναι να μην συμβούν, ή εκλαμβάνουν μια απλή δυσκολία που προκύπτει ως μια ολοκληρωτική καταστροφή. Πολλοί άνθρωποι που ανησυχούν έντονα έχουν ορίσει κάποιες άκαμπτες πεποιθήσεις για τη ζωή τους, όπως «Αν δεν είμαι τέλειος, είμαι αποτυχημένος», «Αν δεν αρέσω σε κάποιον, τότε είμαι ελλατωματική» ή κανόνες, όπως «Δεν πρέπει ποτέ να είμαι αγχωμένη», «Πρέπει να είμαι απόλυτα σίγουρος για τα πάντα». Τρόποι σκέψεις όπως οι παραπάνω δημιουργούν μη ρεαλιστικές απόψεις και προσδοκιες. Το άτομο μέσα από τη γνωσιακή θεραπεία μαθαίνει να τους εντοπίζει και να τους αντικαθιστά με ποιο ρεαλιστικούς, λειτουργικούς και «δίκαιους» για το ίδιο τρόπους σκέψης.

Ο θεραπευόμενος μαθαίνει πώς να αντιμετωπίζει την ανησυχία

Ένας άνθρωπος που ανησυχεί υπερβολικά για διάφορα θέματα, πιθανότατα, πιστεύει ότι η ανησυχία του τον προετοιμάζει για τα χειρότερα που μπορούν να συμβούν και με αυτό τον τρόπο τον προστατεύει. Στην πραγματικότητα,όμως, το αποτέλεσμα της υπερβολικής ανησυχία είναι να τον ταλαιπωρεί και να τον καταβάλλει. Μέσα από τη θεραπεία, το άτομο μαθαίνει να ξεχωρίζει την λειτουργική ανησυχία από την προβληματική, να συμβιβάζεται με τον παράγοντα της αβεβαιότητας στη ζωή και να απολαμβάνει την κάθε στιγμή, στο εδώ και τώρα, χωρίς να επικρίνει τον εαυτό του. Τέλος, μαθαίνει να αντιμετωπίζει τις ανησυχίες σαν δυσσάρεστες παρεμβολές που, όμως, είναι δυνατό να ελεγχούν, χωρίς να δημιουργούν συνεχώς την αίσθηση κινδύνου, η οποία οδηγεί σε διαρκή ένταση.

Ανάπτυξη συναισθηματικής νοημοσύνης

Τα άτομα που πλημμυρίζονται από τις ανησυχίες τους δυσκολεύονται, συχνά, να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους. Πιστεύουν ότι τα συναισθήματά τους θα τους κατακλύσουν, θα διαρκέσουν επ’ αόριστον ή ότι δεν βγάζουν νόημα. Σκοπός, ωστόσο, δεν είναι να εξαλείψουμε τα συναισθήματά μας, αλλά να μάθουμε να ζούμε ουσιωδώς με αυτά. Η θεραπεία βοηθά το άτομο να συμβιβαστεί με τα συναισθήματά του, τα οποία δίνουν νόημα και χρώμα στη ζωή.

Βελτιώση των διαπροσωπικών σχέσεων

Το υψηλό άγχος του ατόμου, συχνά, συνδέεται με συγκρούσεις και παρεξηγήσεις στις σχέσεις του. Μέσα από τη θεραπεία, το άτομο μπορεί να μάθει να αναγνωρίζει τυχόν προβληματικά ζητήματα που δυσχεραίνουν τις σχέσεις του και, κατ’ επέκταση, να αρχίσει ενεργεί μέσα σ’αυτές, εφοδιασμένο με νέους τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών, με στόχο τη βελτίωσή τους. Η επικοινωνία, η ενεργητική/αποτελεσματική ακρόαση, η διεκδικητικότητα, η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και η αύξηση των θετικών εμπειριών είναι σημαντικά κομμάτια της θεραπείας.

Συνολικά, ο στόχος της θεραπείας είναι να ανακουφιστεί σταδιακά ο θεραπευόμενος από τα συμπτώματα της ΓΑΔ, τα οποία για πολύ καιρό του προκαλούσαν σημαντικά προβλήματα σε ποικίλους τομείς της καθημερινότητάς του. Μέσα από τη θεραπευτική εμπειρία, το άτομο μαθαίνει νέους λειτουργικότερους τρόπους να ανταπεξέρχεται στις δυσκολίες, αλλά και να αντιμετωπίζει τη ζωή πιο θετικά και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Πηγές:
1. Beck, J. S. (2011). Cognitive Behavior Therapy: Basics and Beyond (2nd ed.). New York: Guilford Press.
2. Leahy R. L., Holland S. J. F. & McGinn L. K. (2012). Treatment Plans and Interventions for Depression and Anxiety Disorders (2nd ed.). New York: Guilford Press.

Πηγή 1ης δημοσίευσης: E-Psychology.gr – Η Πύλη της Ψυχολογίας
Σύνδεσμος άρθρου: www.e-psychology.gr/anxiety-stress-phobias/2387-therapeia-genikevmeni-agxodis-diataraxi.html